αντικείμενο

αντικείμενο
(Γραμμ.).Ουσιαστικό (αλλά και οποιοδήποτε μέρος του λόγου ή και ολόκληρη πρόταση, που λαμβάνονται ως ουσιαστικά) που τίθεται σε πλάγια πτώση απροθέτως, ως ολοκλήρωση του νοήματος που εκφράζει το ρήμα. Ρήματα που εκφράζουν την απλή ύπαρξη, την ιδιότητα, την κατάσταση του υποκειμένου ή και ενέργεια που δεν κατευθύνεται προς κάτι που βρίσκεται έξω από το υποκείμενο (αμετάβατα ρήματα) δεν παίρνουν α. Τα ρήματα που εκφράζουν ενέργεια που κατευθύνεται προς κάτι έξω από το υποκείμενο και το οποίο κατά κάποιον τρόπο βρίσκεται απέναντί του (γι’ αυτό ονομάστηκε και α.) παίρνουν α. (μεταβατικά ρήματα). Αν το σημαινόμενο από το α. προϋπάρχει της ρηματικής ενέργειας, το α. καλείται εξωτερικό· π.χ. «ο Αλέξανδρος νίκησε τους Πέρσες»·αν όμως το σημαινόμενο από το α. είναι αποτέλεσμα της ρηματικής ενέργειας και αρχίζει να υπάρχει μόνο με αυτή, το α. καλείται εσωτερικό· π.χ. «ο Σόλων έκοψε νομίσματα». To σύστοιχο α. ή κυρίωςεσωτερικό, με το οποίο μπορούν να συνταχτούν όλα τα ρήματα, δεν εκφράζει παρά το περιεχόμενο της ρηματικής έννοιας, και γι’ αυτό λογικά αποτελεί πλεονασμό· χρησιμοποιείται όμως για έμφαση και κανονικά συνοδεύεται από επιθετικό προσδιορισμό, που εκφράζει το ουσιώδες, επειδή αποδίδει κάποια ιδιότητα ή ποιότητα στη ρηματική έννοια η οποία εκφράζεται με μορφή ουσιαστικού. Ακριβώς γι’ αυτό, όταν άρχισε να παραλείπεται το σύστοιχο α., ο επιθετικός αυτός προσδιορισμός, με το να τίθεται στο ουδέτερο και συνήθως στον πληθυντικό, έγινε νοητός τόσο πολύ ως επιρρηματικός προσδιορισμός, ώστε να προέλθουν από αυτόν τα τροπικά επιρρήματα της δημοτικής σε -α. Έτσι το: χορεύω χορόν ωραίον έγινε χορεύω ωραία.Ως σύστοιχο α. χρησιμοποιείται συχνά και ουσιαστικό από άλλο συνώνυμο θέμα π.χ. ζω βίον. Ανάλογα με την έννοιά τους, άλλα ρήματα παίρνουν ένα α. (μονόπτωτα) και άλλα δύο (δίπτωτα), από τα οποία εκείνο που προηγείται λογικά λέγεται άμεσοα. και το επόμενο έμμεσοα. π.χ. «πληρώ την υδρίαν ύδατος».Η κύρια πτώση του α. είναι η αιτιατική, η οποία στην αρχαία ελληνική γλώσσα υπερείχε ήδη από τις άλλες δύο, τη γενική και τη δοτική. Με τον καιρό η απρόθετη χρήση των δύο αυτών πτώσεων υποχώρησε και τη θέση τους πήραν η αιτιατική και οι εμπρόθετοι προσδιορισμοί· π.χ. το βοηθώ τινί έγινε βοηθώ τινά,το γεύομαι τινός, γεύομαι τι και το πληρώ την φιάλην οίνου, πληρώ την φιάλην δι’ οίνου.Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα η αιτιατική αποδείχτηκε ισχυρότερη από τον εμπρόθετο προσδιορισμό και έτσι έχουμε π.χ. γεμίζω τη στάμνα νερό.Έτσι μπορούμε να πούμε πως στη δημοτική το άμεσο α. εκφέρεται σχεδόν πάντα με αιτιατική και το έμμεσο εμπρόθετα. Η μονολεκτική εκφορά του έμμεσου α. συναντάται ωστόσο ακόμα, κυρίως όταν πρόκειται για αντωνυμικούς τύπους· π.χ. μου έστειλε δώρα,ενώ παράλληλα χρησιμοποιείται και ο εμπρόθετος τύπος: έστειλε δώρα στον γιο του.Έτσι, για τη δημοτική, δεν ισχύει πια ο ορισμός του α. ως απρόθετου ονοματικού προσδιορισμού, αφού το λογικά απαραίτητο συμπλήρωμα της ρηματικής έννοιας μπορεί να εκφέρεται και εμπρόθετα· η διάκριση μεταξύ α. και συνηθισμένου επιρρηματικού προσδιορισμού γίνεται με βάση τη λογική αναγκαιότητα: o συνηθισμένος εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός είναι πρόσθετος, και γι’ αυτό λογικά όχι απαραίτητος, αντίθετα με το εμπρόθετο α., λογικά απαραίτητο για την ολοκλήρωση του νοήματος του ρήματος.
* * *
το [αντίκειμαι]
1. κάθε τι που μπορεί να υποπέσει στις αισθήσεις μας, κυρίως στην όραση και την ακοή, κάθε τι που ανήκει στον εξωτερικό κόσμο
2. εκείνο που προκαλεί κάποιο συναίσθημα («αντικείμενο πόθου, μίσους» κ.λπ.)
3. το θέμα που απασχολεί κάποιον («αντικείμενο μελέτης, προβληματισμού» κ.λπ.)
4. ο τελικός σκοπός τον οποίο επιδιώκει κάποιος
5. κάθε μέρος του λόγου που λειτουργεί ως αποδέκτης της ενέργειας του ρήματος, δηλ. ο όρος που συμπληρώνει άμεσα ή έμμεσα την έννοια του ρήματος (άμεσο αντικείμενο-έμμεσο αντικείμενο).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • αντικείμενο — το 1. καθετί που μπορεί να υποπέσει στις αισθήσεις μας: Το κιβώτιο είχε μέσα βαριά αντικείμενα, γιατί ζύγιζε πολύ. 2. αυτό με το οποίο απασχολείται κάποιος, το ερευνά κτλ.: Αντικείμενο της μελέτης του είναι η βιταμίνη Α. 3. αυτό που προκαλεί… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ομπρέλα — Αντικείμενο που χρησιμοποιείται για την προστασία του ανθρώπου από τη βροχή ή απότον ήλιο. Η λέξη προέρχεται από τη λατινική umbre = σκιά, ανάλογη με την ελληνική σκιάδιον). Η ο. αποτελείται από ένα υφασμάτινο κάλυμμα που στηρίζεται σε σιδερένιες …   Dictionary of Greek

  • βεντάλια — Αντικείμενο ποικίλης ύλης και σχήματος που χρησιμεύει για την πρόκληση ελαφριάς κίνησης του αέρα, με σκοπό την ανακούφιση από τη ζέστη. Ο συνήθης τύπος αποτελείται από μερικές λεπτές βέργες που συγκρατούνται ακτινωτά στο κατώτερο σημείο τους και… …   Dictionary of Greek

  • διπλούς πέλεκυς — Αντικείμενο θρησκευτικής σημασίας σε αρχαίους πολιτισμούς. Υπήρξε ένα από τα κυριότερα θρησκευτικά σύμβολα του μινωικού κόσμου. Βλ. λ. πελέκι …   Dictionary of Greek

  • παπούτσι και υπόδημα — Αντικείμενο που σκεπάζει και προστατεύει το πόδι. Οι Αιγύπτιοι, όπως και οι Φοίνικες και οι Εβραίοι, χρησιμοποιούσαν σανδάλια και παντόφλες από φύλλα φοίνικα και πάπυρου και σπάνια από δέρμα· οι Ασσύριοι προτιμούσαν τα πολύ ελαφρά σανδάλια που τα …   Dictionary of Greek

  • πόρπη — Αντικείμενο από μέταλλο (χαλκό, σίδερο, άργυρο ή χρυσό στην αρχαιότητα) συμπληρωμένο συχνά με άλλες ύλες (κυρίως κόκαλο ή ελεφαντοστό στην αρχαιότητα, πολύτιμους ή ημιπολύτιμους λίθους αργότερα) που χρησιμεύει από τους αρχαιότατους χρόνους για να …   Dictionary of Greek

  • συντακτικό — Μελέτη των συντακτικών αξιών των γλωσσικών τύπων. Από τους διάφορους τομείς έρευνας, που κληρονόμησε η σύγχρονη γλωσσολογία από την παραδοσιακή κανονιστική γραμματική, το σ. είναι εκείνο που θέτει τα περισσότερα προβλήματα. Κατά την αρχαία και τη …   Dictionary of Greek

  • γνώση — I Η δυνατότητα να αποδίδουμε σε ένα αντικείμενο τα πραγματικά χαρακτηριστικά του. Το αντικείμενο της γ. μπορεί να είναι ένα ιστορικό γεγονός, ένα συμβάν που μπορεί να επαναληφθεί, μια αφηρημένη έννοια, ένα συναίσθημα, μια αξία κλπ. Αυτό που του… …   Dictionary of Greek

  • οπτική — Κλάδος της φυσικής, ο οποίος μελετά τα φωτεινά φαινόμενα, με σκοπό να ερευνήσει τη φύση τους και να περιγράψει τις εφαρμογές τους. Σήμερα είναι γενικά παραδεκτό ότι το φως συνίσταται από ηλεκτρομαγνητικές ακτινοβολίες μήκους κύματος μεταξύ 0,4… …   Dictionary of Greek

  • φιλοσοφία — Ο όρος, που σημαίνει αγάπη της σοφίας, αναφέρεται για πρώτη φορά στον Πυθαγόρα. Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς, και μεταξύ αυτών ο Κικέρων και ο Διογένης Λαέρτιος, αφηγούνται ότι ο Πυθαγόρας, διατρέχοντας την Ελλάδα, έφτασε στον Φλιούντα, όπου ο Λέων …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”